βιότοπος
- SN Γεωγραφική περιοχή με σταθερά χαρακτηριστικά, η οποία φιλοξενεί συγκεκριμένο ζωικό και φυτικό πληθυσμό.
- UF βιοκοινωνία
- UF οικολογική φωλεά
- UF οικολογικός θώκος
- UF φυσικό ενδιαίτημα
- UF φυσικός οικότοπος
52ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ- MT
5211φυσικό περιβάλλον - BT1 οικοσύστημα
- BT2 φυσικό περιβάλλον
Mapping
- EXM agrovoc: Agrovoc (FAO - Food and Agriculture Organization)
- CLM gemet: GEMET (GEneral Multilingual Environmental Thesaurus - EEA)
- EXM gemet: GEMET (GEneral Multilingual Environmental Thesaurus - EEA)
- EXM gemet: GEMET (GEneral Multilingual Environmental Thesaurus - EEA)
Greek)