αυτονομία
- SN Τρόπος διοικητικής οργάνωσης ορισμένων περιοχών με την παραχώρηση σ' αυτές ορισμένων αποκεντρωμένων δομών αυτοδιοίκησης σε επίπεδο ενδιάμεσο μεταξύ της κρατικής αρχής και των κλασικών μορφών τοπικής αυτοδιοίκησης.
- UF αυτονομία δήμων και κοινοτήτων
04ΠΟΛΙΤΙΚΗ- MT
0436εκτελεστική εξουσία και δημόσια διοίκηση - BT1 διοικητική οργάνωση
- RT αυτονομιστικό κίνημα (
0431) - RT αυτόνομη κοινότητα (
0436) - RT περιφερειακό κοινοβούλιο (
0421) - RT τοπικισμός (
0406)
Mapping
- EXM unbis: Unbis (United Nations Thesaurus)
- EXM zbw: ZBW (Thesaurus for Econmics)
Info
Language equivalents:
- bg автономия
- cs územní samospráva
- da autonomi
- de Autonomie
- el αυτονομία
- en autonomy
- es autonomía
- et autonoomia
- fi autonomia
- fr autonomie
- hr autonomija
- hu autonómia
- it autonomia
- lt autonomija
- lv autonomija
- mk автономија
- mt awtonomija
- nl autonomie
- pl autonomia
- pt autonomia
- ro autonomie
- ru автономия
- sk samospráva
- sl avtonomija
- sq autonomi
- sr аутономија
- sv självstyre
- uk автономія
Greek)