παράβαση
- UF κακούργημα
- UF παράβαση του νόμου
- UF πλημμέλημα
- UF ποινικό αδίκημα
- UF πταίσμα
- UF έγκλημα
12ΔΙΚΑΙΟ- MT
1216ποινικό δίκαιο - NT1 αδίκημα λόγω εγκατάλειψης παθόντος
- NT1 δωροδοκία
- NT1 εγκληματική αμέλεια
- NT1 εμπορία ναρκωτικών
- NT1 οικονομικό έγκλημα
- NT2 κατάχρηση της αγοράς
- NT3 αθέμιτη χρηματιστηριακή εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών
- NT2 παραχάραξη
- NT2 φορολογικό έγκλημα
- NT3 φοροδιαφυγή
- NT1 παράβαση κώδικα οδικής κυκλοφορίας
- NT1 περιβαλλοντικό έγκλημα
- NT1 προσβολή της ασφάλειας του κράτους
- NT1 συνενοχή
- NT1 έγκλημα κατά προσώπων
- NT2 ανθρωποκτονία
- NT2 δυσφήμηση
- NT2 εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία
- NT2 κλοπή ταυτότητας
- NT2 παράνομη κατακράτηση προσώπων
- NT2 σεξουαλικό έγκλημα
- NT3 βιασμός
- NT3 παιδεραστία
- NT3 σεξουαλική παρενόχληση
- NT3 σεξουαλικός τουρισμός
- NT2 σωματική επίθεση
- NT2 ψυχολογική παρενόχληση
- NT1 έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας
- NT2 απιστία
- NT2 απάτη
- NT2 κλοπή
- NT2 πειρατεία
- NT2 πλαστογραφία
- NT1 έγκλημα άνευ δόλου
- RT αστική αγωγή (
1221) - RT διοικητική παράβαση (
0436) - RT προσωπικό όπλο (
0431)
Mapping
Info
Language equivalents:
- bg нарушение
- cs trestný čin
- da lovovertrædelse
- de strafbare Handlung
- el παράβαση
- en offence
- es infracción
- et süütegu
- fi rikkomus
- fr infraction
- hr kazneno djelo
- hu büntetendő cselekmény
- it reato
- lt nusikalstama veika
- lv nodarījums
- mk казниво дело
- mt reat
- nl overtreding
- pl przestępstwo
- pt infração
- ro infracțiuni
- ru правонарушение
- sk trestný čin
- sl kaznivo dejanje
- sq vepër penale
- sr кривично дело
- sv lagöverträdelse
- uk правопорушення
Greek)